Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2020

Ο ΓΝΩΣΤΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗΣ ΕΓΡΑΨΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ


Στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook έγραψε ο καταξιωμένος συγγραφέας και διεθνής εικαστικός δημιουργός για την μέρα μνήμης του Νίκου Μπελογιάννη.Και βέβαια  το κοινό και όλοι μας αναμένουμε το ανέβασμα του θεατρικού έργου του που αναφέρεται στον άνθρωπο με το γαρύφαλλο.




Ας διαβάσουμε τα λιτά αλλά περιεκτικά και ουσιαστικά λόγια του:    


ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ.

και ημέρα ξεφτίλας, για την δικαιοσύνη του ελληνικού στρατιωτικού φασισμού..

Σαν σήμερα, στις 15 Νοέμβρη του 1951,
Ο ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ,
ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ,
καταδικάζεται σε θάνατο από το δικαστήριο των υπόδουλων στις Η.Π.Α. ΑνθΕλλήνων στρατιωτικών.

Ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν Έλληνας αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης κατά των Γερμανών, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και στέλεχος του ΔΣΕ.
Εκτελέστηκε το 1952 με την κατηγορία της κατασκοπείας από τους Φασίστες!

Αιώνια η Μνήμη σου Νικόλα..
Αιώνια η Μνήμη σου Σύντροφε.
Τζώρτζ Τσαγγαρίδης
Κύπριος Συγγραφέας-Εικαστικός 

Απόσπασμα, από το Νέο Θεατρικό Έργο (2020), του Κύπριου Συγγραφέα,
Τζώρτζ Τσαγγαρίδη,"Το Γαρύφαλλο που Ανθίζει"::

......Κένταυροι και Αίαντες.
Πουλιά πετούμενα, στρεβλά, ανεμισμένα σε βράχια, την ανάσα τους χάνουν στο τρεχαλητό της κραυγής των πεινασμένων.
Χώνουν στο παραμιλητό τους, σίδερα καφτά, στ' αγέρια, ορθώνοντας το θλιβερό ανάστημα των Κεκρόπων.
Αρρωσταίνουν τους ανέμους.
Περνάνε στο αίμα των περαστικών το θλιβερό κατοπινό φεγγάρι, που λαγνίζουν τρομαγμένο κι έρμο.
Τρεχαλίζουν. Βροντάνε με πατούμενα μαβιά, κάθε φωνή που συναντάνε, στ' άκορφα των χωρίων και των μικρών συνάξεων, που απόμειναν να μιλούν, για το νέο ξημεροβράδιασμα της λειτουργιάς των κολίγων.
Σύσπαστοι, αμαυρώνουν.
Μαζεμένοι ούλλοι σ' ένα μάτσο από χτικιά-θερριά, σκούζουν, σαν περιστέρια, μα μέσ' το σώμα του κοραλιού, που στάζει τα γαμψά κοράκια.
Γλυκείς περιφανεύονται.
Ομόψυχοι, την περατζάδα στήνουν και τον λίθο της ντροπής, υγραίνουν, σαν Πυρ, στις Πολιτείες τις Μονοσάνδαλες που Καιρό τώρα, Σιώπησαν και κρύφτηκαν, στ' ανάργιο βλέμμα τους και στο λίκνο του δοτού θανάτου.
Θέλω να δω, λίγο πιό μέσα μου.
Θέλω και να ριγήσω.
Θέλω και ν' αφήσω λέφτερη, μιάν αναπνοή μου, νάχει δρόμο, να ξανάβγει στο Φως.
Να ματαζήσει.
Να μερέψει τον Άδη.
Να ξεχαστεί ο θάνατος.
Θέλω νάχω σφιχτά κρατημένη στις χούφτες μου, τη μυρωσιά της μυρωδιάς, του κόκκινου, σ' ένα μαύρο ανεμικό και γρέζι στους καιρούς.
Θέλω να γίνω, εγώ, το Γρέζι του Θανάτου και
στα Πέρατα του Κόσμου,
τη Λέφτερη Πλάση της Πατρίδας μου, να Χύσω, με
το Αίμα μου, που πρόδωσα στους αλλοτινούς Αίαντες.
Στους Λαβωμένους Αιθέρες τους.
Θέλω, να ξανοίξω, βαθιά-μέσα μου, όλους τους Παιδεμένους για Περήφανους
κι από τη Φλέβα τη Καφτή μου, να θορρώ τη κατάσαρκη φορεσιά, που κάποτες, λογίστηκε για Περήφανη.
Και τηνε φόρεσαν Μαχαλάδες.
Και την έζωσαν τα Κοριτσόπουλα.
Και τηνε Σταύρωσαν οι Παλλήκαροι.
Και την έσουραν στα Βουνά, ριγιασμένες απ' το χρόνο, Γριές.
Θέλω να βρώ ρυάκι απόσυρο, να μπω και να κυλλήσω, μακρυά από τα ζώματα και τον Πυρετό των Παιδιώνε και των Ανήμπορων να δουν μακρυά και Λέφτερα.
Θέλω να ζήσω,
ακόμα και στον Άδη.
Θέλω να γίνω φίλος,
ακόμα και με τον Θάνατο.
Θέλω να Μυρίζω, το Χώμα που Ρίζα άπλωσε πάνω μου, σπέρνοντας τη Ζωή,
Ζωής Βαμμένης,
στο Χρώμα του Ματωμένου Βορριά.
Θέλω να γίνω ένα μαζί του.
Θέλω, ναρθούνε κι άλλοι, πολλοί στο ίχνος, στο Σημάδι π' αφήνω να γράφει,
τα λόγια πού' πα, σαν πιάσαν τους χτύπους της Καρδιάς μου,
να πατούν, τους γκρίζους αντίλαλους των χαράμηδων της Γης.
Θέλω, να γίνω Ένα με τον Χρόνο που θα κυλλά στα Παιδιά, στη Γνώση και τη Λεφτεριά τους.
Να παίζουν με τα Τέρμινα της Γειτονιάς, κυνηγητό και ξυλίκι.
Κρυφτό με την Λύπη.
Γέλιο να βάλω σκόρπιο, στα Πρόσωπά τους.
Μανάδες και Παππούδες, στα ποδάρια τους, να γνέφουν, τα Γλέντια της Σιωπής, ρημάδια βρώμικα και λησμονημένα, σε ντορβά, αμόλυντο από Παρά.
Τη Μυρωδιά μου θέλω να Σκορπίσω.
Στα Χέρια μου την έχω φωλιασμένη.
Στα, Χέρια μου Ανθίζουν, τ' Άκοσμα, που, τελειώνουν τις Ανάσες
κι αυτό,
Φοβούμαι, μη φύγει μακρυά
και, ξςχαστώ.
Στο Χρώμα το Κόκκινο, καταβάφτηκα.
Μπλέχτηκα, με την Οσμή, του Αγώνα.
Ξελεφτερώθηκα Ξανά.
Πήρα τις Στράτες.
Κάνω να βγάλω Φωνή.
Οπλίζω την Ξαστεριά.
Μανταλώνω τη Ζήση, σ' έναν Κόσμο Φυλακισμένο.
Ανοίγω την Χούφτα μου κι αφήνω στους Ανέμους,
να Σύρει το Γαρύφαλλο, που Κραττούσα,
Κατάδικό μου.
Τώρα,
Νιόγεννο Πουλί.
Φτεροπλυμμένο κι Άσεμνο στη Νυχτοδία των Κοντοπίθαρων Αγγελικών Ανθρώπων.
Ρε Μουστακλή;
Ρε συ Άρη;
Ρε Μαριώ κι εσύ ρε Πετροχτίστη;
Ιχνηλατίστε με και βρείτε με ναρθώ πίσω.
Η Αφεντιά μου, δεν φεύγει ακόμα.
Η Κορμοστασιά μου, ακόμη τους Τρομάζει.
Η Ανάσα μου, ακόμα, τους λυγά, τα σκυμμένα σώματα.
Τα Λόγια μου, τώρα είναι που τους στέλνουν, στο Βάραθρο του Καιάδα
κι αν δε το δείχνουν,
εγώ το ξέρω..
Εγώ το ξέρω, κι η Λεφτεριά........

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επιτυχία σημειώνει η αναδρομική έκθεση «1964–2026» του Νίκου Τζιζμετζόγλου στην Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά .

Επιτυχία σημειώνει η αναδρομική έκθεση «1964–2026» του Νίκου Τζιζμετζόγλου στην Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά . Από τις γειτονιές της Παλ...